Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Ξεστρατισμένες Ψυχές


I

Ξεστρατισμένες ψυχές που σαν το θάνατο περιπλανώνται
και σαν κατάρες καταριούνται τη σπιθαμή φωτός
που θα φωτίσει το παράδοξο της ύπαρξής τους.

Τούτες οι ψυχές κολάζουνε τους θρησκόληπτους
και σκανδαλίζοντάς τους ανελέητα,
τους κρεμούν ανάποδα από τις άκρες των νυχιών τους.

Ξεστρατισμένες ψυχές που ντύνονται το ημίφως,
γδέρνουν και γρατζουνίζουνε τα ιδανικά των σοφιστών
και ύστερα τα συμμερίζονται και τα οικειοποιούνται.

Τούτες οι ψυχές αγγίζουνε τα πάθη των νεκρών
και διαταράζοντας τον ύπνο τους,
μετατρέπουν την αιωνιότητα σε αναγκαιότητα.

Ξεστρατισμένες ψυχές που την ηδονή χειρίζεστε με τόση τέχνη
και προσκυνάτε ολημερίς την αμαρτία λες και αναστήθηκε ο γιος του διαβόλου,
εσείς που αγορεύετε ασταμάτητα στιγματίζοντας τούτο τον απλό κόσμο,
με το δηλητήριο να στάζει από τα μυτερά σας δόντια,
εσείς που αναζητάτε μονίμως τα έγκατα της αλήθειας και καταδικάζετε το ψέμα,
εσείς που λιώνεται με το παπούτσι σας την αδικία!
Ναι! Σε ‘σας απευθύνομαι.
Γλοιώδεις σα βατράχια που βγαίνουν μονάχα στη βροχή!
Φύγετε, κι ίσως τούτος ο τόπος να καθαρίσει…


ΙΙ

Ω, αφελείς ονειροπόλοι… Σαν τον αέρα είστε τόσο ελαφριοί.
Μ’ ένα μικρό του φύσημα προσγειωθείτε πάλι
στην κορυφή του στεναγμού τούτης της κατάνυξης.

Αγκιστρωθείτε στο κενό που σας προσδίδει η σκέψη.
Σκεπάστε με τον κόσμο σας το σύννεφο αυτό που μας σκεπάζει,
κάντε το ασπίδα του πολύτιμου μυαλού σας

Πείτε μου, αδέρφια τ’ ουρανού, αν υπάρχει πράγμα καλύτερο στο κόσμο,
απ’ το ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι!

Κι αν τούτος ο χρόνος, ο επίγειος, μας φθείρει και η κάθε νύχτα που περνά, αφήνει στους ώμους μας ίχνη σκουριάς, είμαστε πιο δυνατοί από την ύφεση του «είναι».

Διότι απλά υπάρχουμε!
Υπάρχουμε και θα υπάρχουμε μέχρι πια να μην υπάρχουμε!

Διότι απλά αγαπάμε!
Αγαπάμε και θ’ αγαπάμε μέχρι πια ν’ αγαπηθούμε!

Ω, ξεστρατισμένες ψυχές τούτης της ραστώνης,
που με μαεστρία αναλογίζεστε τη λήθη και την τιμάτε σα θεά,
εσείς που έρωτα απεγνωσμένα αναζητάτε μέσα απ’ τη φθηνή υπόσταση της ύλης
και καταδικάζετε τη ματαιότητα της επιστήμης, κρούοντας τον κώδων της αλήθειας!
Εσείς που ζείτε σ’ έναν κόσμο μαραμένο και ξέχωρα υμνείτε τη ζωή!
Ναι! Σε ‘σας απευθύνομαι!
Υπερήφανοι κι ελεύθεροι σαν αδέσποτα πουλιά που οδηγούν τα βήματα της άνοιξης!
Αξίζει άραγε να υπάρχουμε μέσα σε έναν ανύπαρκτο κόσμο;


Σύντομο, Αιώνιο Όνειρο.


Σε είδα χθες, ξανά και ξανά,
να ταλαιπωρείς τ’ όνειρό μου.

Σε είδα, που με μάτια λαμπερά σα χρυσάφι
που καίγεται μπροστά στον ήλιο,
σάλεψες στον αέρα να σου δώσει θλίψη,
ώστε να μπορέσεις κάποτε να σχηματίσεις
το πολυπόθητο μειδίαμα που σε αντιπροσωπεύει.

Σε είδα χθες ν’ ακουμπάς το σώμα μου σα βελούδο
και να ασπάζεσαι το φυλαχτό που έχω ανάμεσα στα στήθη μου.
Ύστερα σε ένιωσα όσο κανείς ποτέ δεν σ’ έχει νιώσει
θνητός ή αθάνατος μέσα στην ταραχή του.

Ύστερα σε ένιωσα μέσα μου
να θεωρείς παράδεισο το μικρό ναό μου.

Και ‘κει που τελειώνουν οι ουρανοί,
κι όπου οι Θεοί συμποσιάζονται σεληνιασμένοι
και αναιδώς συνουσιάζονται σαν πέσει το σκοτάδι,
από κει μας είδα να κατεβαίνουμε σα Θεοί και ‘μείς,
με το πετσί μας ν’ ανατριχιάζει και τα κορμιά μας,
παρείσακτα, να λιμοκτονούν από αγάπη
και τα’ όνομά μας υποτονικά ν’ ακούγεται,
στιγματισμένο και μουχλιασμένο από τη δήθεν περιφρόνια.

Κατά την κρούση μας με το έδαφος
κι ενώ πλησίαζαν γυμνές οι Ερινύες ,
σε είδα για τελευταία φορά να φεγγοβολάς
μέσα απ’ το αγνό φως της ενοχής μας και να μου γνέφεις
ένα γλυκό, υπεύθυνο αντίο που ακτινοβολούσε όλη την ηθική του κόσμου.

Ύστερα είδαμε μαζί τα’ όνειρό μας να ταλαιπωρείται
από θνητούς κι αθάνατους της εποχής, καθώς χανότανε χαοτικά
στον ορίζοντα που χώριζε το άπειρο από την υπερβολή και την ανυπαρξία.

Σε τούτο τον ορίζοντα θέλω να χαθώ, μαζί με τη γεύση του απείρου στα χείλη μου.
Σε τούτο τον ορίζοντα είθε και να χαθώ, μετρώντας τα βήματα του καιρού στη πλάτη μου.



Απροσδόκητη Νοσταλγία


Μια ασήμαντη στιγμή τρυπώνεις στο κεφάλι μου σαν τρωκτικό,
για ν’ αποτελειώσεις το έργο που ξεκίνησε η Απώλεια,
όταν ανταμωθήκαμε τυχαία σε μια κάμαρη λησμονημένη του μυαλού μου.
Και ξάφνου έχασα τα πάντα…

Γεύτηκα τον πάτο, κι είχε τη γεύση του Αναγκαίου.
Την όψιμη αυτή ξινίλα που όμως έπρεπε να γευτώ,
ώστε κάποτε εγωιστικά να τη μισήσω.
Να την αγιάσω κι έπειτα να τη φτύσω.

Μα σε λησμόνησα νωρίς!
Τόσο που ούτε να σε γευτώ δεν πρόφτασα.
Βρέθηκα αμέτοχη και χαμένη στο τέλμα του απείρου σου,
Ένα βήμα πιο κοντά στην ολοκλήρωση.

Έρωτα, μεγάλε λυτρωτή της ασήμαντης, φτωχής ψυχής μου.
Τέρας της νιότης και της αιωνιότητας.
Της ψυχής μου εσύ πικρό φεγγάρι.
Σε χρειάζομαι…

Διότι γλυκαίνεις τ’ αλησμόνητά μου λάθη και υφαίνεις το κενό
που σαράκια αμέτρητα κράτησαν ανοιχτό
να μπαινοβγαίνει η ανιδιοτέλεια.

Ίσως αν ακόμη, έστω σαν σκέψη υπήρχες…
Ίσως να ζούσε μέσα μου λίγο από τ’ όνειρό σου το νεανικό.
Ίσως να ζούσα και ‘γω!

- Στου έρωτος πάντα την υπόνοια και μονάχα μέσα στου έρωτος τη σύντομη διάρκεια. -

Αποτυχία...

Τα 3 επόμενα ποιήματα έλαβαν μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό. Δυστυχώς απέτυχαν, μα έχουν την ίδια αξία για μένα. Ίσως ήταν λιγάκι προκλητικά για μαθητικό διαγωνισμό ποίησης! 

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Ερασιτέχνης Ακροβάτης


 Ακροβατώ..

Μικρογραφία της ζωής ένα τραγούδι, που ελευθερώνει το δαιμόνιο της εφηβείας μου. Θαύμα, με αρχή και τέλος, όπως μία απλή ταλάντωση. Και η μελωδία αδειάζει στο κενό της 'οποιας ενοχής. Κυλάει, όπως οι στάλες της βροχής πάνω στο ξερό κιτρινισμένο φύλλο του φθινοπώρου, του πιο μελαγχολικού φθινοπώρου. Απλώνεται, όπως το άγριο ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε περίοδο ψυχρού πολέμου. Απογειώνεται, σαν το ξέσπασμα λυσασμένου λύκου που επιτίθεται με ορμή θανάτου...
Δεν θα μπω σε καλούπι, διότι ο κόσμος μου δεν είναι πλαστικός, διότι δεν κουβαλάει ίχνος φαντασίωσης. Είναι χωρισμένος στα δύο μα δεν παύει να είναι ένας. Κι όταν θ' αρχίσω τους συχνούς περιπάτους στη λήθη, θα κοιτάζω πίσω με μια ανεκπλήρωτη επιθυμία και μια λαβωμένη ψυχή. Μα θα είμαι πλήρης, ολοκληρωμένη και πανευτυχής.
Έστω κι αν τελικά αποτύχω.

Βαριές κουβέντες, πικρό περιεχόμενο, μπερδεμένα λόγια. Ακούω έναν αδύναμο ήχο. Το τραγούδι σιγά-σιγά τελειώνει. Εξασθενημένος ήχος, αλλοιωμένος και πλέον βαρύς. Είναι τόσο μεγάλη η επιθυμία καμιά φορά, που αγγίζει τα όρια της τρέλας. Το αντίβαρο θα ήταν να αγγίξω τον ουρανό, πετώντας με κέρινα φτερά όμοια με αυτά του Ικάρου. Τί θεωρείται πλέον εφικτό;

     Ακροβατώ..  Η ζωή είναι μία μετάβαση. Μια σκοτεινή και μυστική μετάβαση. Ακόμα πιστεύω στα θαύματα. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ...

... με αρχή και τέλος, όπως μία απλή ταλάντωση.

Χμμ...
Θυμάμαι πότε το έγραψα αυτό το κείμενο! Το έγγραφο του Word με ενημερώνει πως, για την ακρίβεια, ήταν 23 Φεβρουαρίου του 2010. Επομένως, ήμουν μόλις 15. Προφανώς ήταν χειμώνας, το κρύο ήταν ανυπόφορο, το χιόνι έπεφτε γλυκά απ' τον γκρίζο ουρανό γλιστρώντας στην νωπή σκεπή του ξύλινου σπιτιού, το κοριτσάκι με τα σπίρτα τουρτούριζε ακόμα στη γωνία του πεζοδρομίου, οι καλικάντζαροι είχαν φύγει για τα καλά και ο άγιος Βασίλης καθόταν ικανοποιημένος μπροστά απ' το τζάκι του, βλέποντας τις φλόγες να παριστάνουν κουραμπιέδες και μελομακάρονα...
Θυμάμαι τον εαυτό μου να κάθεται στο πάτωμα ακούγοντας τα νυχτερινά του Chopin. Αναγκασμένη να μένω συγκαταβατικά στο πιο κρύο δωμάτιο μιας και το καλοριφέρ μου ήθελε από καιρό εξαέρωση, ήμουν ντυμένη ως το κόκαλο και προσπαθούσα να βρω την ησυχία μου καθώς ο αδερφός μου "εκτελούσε" όποιο κομμάτι ήξερε να παίζει στο πιάνο.
Μα πόση απαισιοδοξία διακρίνω στο τέλος! Άραγε πρόκειται για απαισιοδοξία ή για μια απλή παρατήρηση; Ναι όντως η ζωή έχει αρχή και τέλος και ναι όντως η ζωή είναι ένα θαύμα! Μα θα ήταν άγνοια να πιστέψει κανείς πως η ζωή υπάρχει για να υπάρχει και πως τελειώνει για να αρχίσει ξανά. Άλλωστε τελειώνει δεδομένου πως με επίγειες θεωρίες, ονομάζουμε "τέλος" τον θάνατο. Θα ήταν κοροϊδία αν κάποιος μας έβαζε να υποδυόμαστε διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές ζωές. Θα ήμασταν θύματα αν τραβολογιόμασταν αδιάκοπα απ' την μια ζωή στην άλλη. Θα ήμασταν ηλίθιοι αν δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε όλα τα παραπάνω.
Σας χαιρετώ!!